ακκάννω: δαγκώνωαλόπως: μήπως, πιθανώς
αξινόστραφη: ανάποδη
άππαρος: άλογο
άρκοψες: αύριο βράδυ
αρμαρόλα: μικρή ντουλάπα
άψε το: άναψέ το
βαρκούμαι: βαριέμαι
βαστώ: κρατώ
βούκκα: μάγουλο
βούρνα: νεροχύτης
βουρώ: τρέχω
βρίξε: σώπα
γιουτά μου: με βολεύει
δρώμα: ιδρώτας
έρκουμαι: έρχομαι
έσιει: έχει
έσσω: μέσα
εφάτσιησα: χτύπησα
ζάβαλλι: αλίμονο
ζαβός: στραβός
ζάμπα: μπούτι
ήντα: τι
ήντα μπον τούτον; τι είναι αυτό;
θωρώ: βλέπω
κάκκαφα: πολύ ανώμαλα εδάφη
καλώ: αμέ
καμμώ: κλείνω τα μάτια μου
καρκασιαλλίκκι: φασαρία
καρκόλα: κρεβάτι
κάττος: γάτα
κατσιαρίζω: κάνω θόρυβο
καύκει: καίει
κάφκα: ερωμένη παντρεμένου άντρα
κελλέ: κεφάλι
κόλλα: χαρτί
κοτζιάκαρη: γερόντισσα
κοτολέττα: μπριζόλα
κούλλουφος: ατημέλητος
κουφή: φίδι
κρούζω: καίω
κωλοσύρνω: τραβώ
λαλώ: λέω
λάου λάου: σιγά σιγά
λίξης: λιγούρης
λουβώ: μαδάω
λούκκος: τρύπα στο έδαφος
μαΐρισσα: κατσαρόλα
μαννός: ηλίθιος
μάππα: μπάλα
μιτσής: μικρός
μοτόρα: μοτοσυκλέτα
μούττη: μύτη, κορυφή
μούχτιν: δωρεάν
ξημαρισμένος: λερωμένος
παγκούι: παγκάκι
παρπέρης: κουρέας
πασιής: παχύς
πατανία: κουβέρτα
πάτσος: χαστούκι
παττίχα: καρπούζι
πεζούνι: περιστέρι
πίσσα: τσίχλα
ποδά: απ’ εδώ
ποθκιάντροπος: ξεδιάντροπος
πολογιάζω: διώχνω
πότσα: μπουκάλα
ποτζεί: απ’ εκεί
παραόπιστος: φυλάργυρος
πουνιά: γροθιά
πρότσα: πιρούνι
ρέσσω: περνώ
ριάλια: λεφτά
στράτα: δρόμος
σύξυλο: άναυδος
συνάω: μαζεύω
συντυχάνω: μιλώ
σύρνω: ρίχνω
τζείνη: αυτή
τζείνος: αυτός
τζιαμέ: εκεί
τζιενκένης: τεμπέλης
τσεντί: πορτοφόλι
φακκώ: χτυπώ
φκάλλω: βγάζω
φλόκκος: σφουγγαρίστρα
φουντάνα: βρύση
χάι χούι: χαβαλές
χαμέ: κάτω
χαρτωμένος: αρραβωνιασμένος
